Πολιτική τοποθέτηση Χρ.Κορτέση

Η πολιτική τοποθέτηση του αναρχικού συντρόφου Χριστόφορου Κορτέση στο εφετείο για την πρώτη δίκη του Επαναστατικού Αγώνα, στο πλαίσιο του οποίου δικάζεται σε δεύτερο βαθμό.


Όπως όλες οι πολιτικές δίκες, έτσι και αυτό το δικαστήριο είναι αναπόσπαστο κομματι μιας πολιτικής διαμάχης, μιας πολιτικής αντιπαράθεσης ανάμεσα σε δύο κόσμους. Από τη μία ο κόσμος της εξουσίας, της εκμετάλλευσης, των καθημερινών θανάτων έμμεσων ή άμεσων και από την άλλη ο κόσμος των καταπιεσμένων, των περισσευούμενων, όσων αντιστέκονται και αγωνίζονται για μια κοινωνία ισότητας και ελευθερίας. Γι’ αυτό αν και η διαδικασία της δίκης διεξάγεται σε μια αίθουσα των δικαστικών φυλακών κορυδαλλού οι ιδέες και τα νοήματα που συγκρούονται δεν περιορίζονται στους 4 τοίχους αυτής αλλά πιάνουν το νήμα της ιστορικής μνήμης και συνδέονται άμεσα με τους αγώνες που δόθηκαν, δίνονται και θα δοθούν σε όλο τον κόσμο για την απελευθέρωση του ανθρώπου (των ζώων και της φύσης) από τα δεσμά της καταπίεσης και της εκμετάλλευσης από το κράτος και τον καπιταλισμό.
Από την αρχή της δίωξης μου προσπάθησα να αναδείξω τα πολιτικά της περιεχόμενα και να αντιμετωπίσω την ενορχηστρωμένη επίθεση των κατασταλτικών και ιδεολογικών μηχανισμών (της αστυνομίας, της δικαιοσύνης και των μίντια). Αυτή η προσπάθεια πραγματοποιήθηκε μέσα από την δημοσίευση κειμένων κατά την περίοδο του εγκλεισμού μου, από την πολιτική μου τοποθέτηση στο στάδιο των απολογιών και μέσω ενστάσεων και προσφυγών στο νομικό κομμάτι της υπόθεσης.
Σε ο,τι αφορά το ποινικό κομμάτι να επαναλάβω για πολλοστή φορά αυτό που έχω δηλώσει σε όλα τα προηγούμενα στάδια της δίωξής μου, στον ανακριτή κατά την σύλληψή μου, στους ειδικούς εφέτες ανακριτές, στα συμβούλια του 6μηνου και 12μηνου (το οποίο με αποφυλάκισε και έφερε την υπόθεση στις πραγματικές της διαστάσεις, αυτές της παντελούς έλλειψης στοιχείων) και στο πρωτόδικο δικαστήριο, ότι αρνούμαι την κατηγορία και θεωρώ ότι η δίωξή μου είναι πολιτική. Οφείλεται ξεκάθαρα στην πολιτική μου ταυτότητα και δράση αυτή του αναρχικού, δηλωμένου δηλαδή εχθρού της εξουσίας όποια μορφή και αν αυτή παίρνει.
Στο πρώτο δικαστήριο στην τοποθέτησή μου είχα αναφερθεί εκτενώς στο κομμάτι των υποτιθέμενων ενδείξεων που οδήγησαν στην σύλληψη και εντέλει στην καταδίκη μου. Αν και τα αποδόμησα ένα προς ένα, αυτό δεν έπαιξε κανένα ρόλο στο αποτέλεσμα της διαδικασίας. Όχι οτι περίμενα κάτι διαφορετικό. Ο λόγος που το έκανα ήταν πολιτικός. Προσπάθησα να αναδείξω τον τρόπο με τον οποίο οι αοριστίες, οι παραλήψεις, τα φανταστικά γεγονότα και τα συμπεράσματα από την μεριά των αστυνομίας (είτε πρόκειται για την αντιτρομοκρατική υπηρεσία είτε για τα εγκληματολογικά εργαστήρια) θεωρούνται αναμφισβήτητα γεγονότα από την μεριά των δικαστών.
Αν παρακολουθήσει κανείς όλες τις υποθέσεις των τελευταίων χρόνων στις οποίες διώκονται συντρόφισσες και σύντροφοι, είτε αυτές αφορούν ένοπλες ομάδες όπως για τον επαναστατικό αγώνα και για την σ.π.φ, είτε αφορούν απαλλοτριώσεις τραπεζών, είτε άλλες υποθέσεις από διαδηλώσεις, σαμποτάζ και νυχτερινές επιδρομές, υπάρχει ένας πανομοιότυπος τρόπος στην αφήγηση των ενδείξεων, τόσο από την μεριά της αντιτρομοκρατικής όσο και στην παρουσίαση τους στην κοινή γνώμη από την πλευρά των καθεστωτικών μέσων(τις περισσότερες φόρες μάλιστα με γεγονότα που δεν υπάρχουν καν σε μια δικογραφία).
Πρόκειται για μια γενικότερη τακτική αποπολιτικοποίησης των ανθρώπων που αγωνίζονται και διαστρέβλωσης των χαρακτηριστικών και των προθέσεών τους. Η προσπάθεια ρηγμάτωσης της αφήγησης των αστυνομικών αρχών είναι για μένα ένα ακόμα πεδίο αντιπαράθεσης σε μια πολιτική δίκη.
Θα κάνω και αυτή τη φορά κάποια σχόλια για τις υποτιθέμενες “ενδείξεις” εναντίον μου. Τις ελάχιστες που θίχτηκαν εδώ από τον Παπαθανασακη, ο οποίος είναι και ο μοναδικός από τους εκατό και πάνω μάρτυρες που προσπαθεί να στηρίξει την εναντίον μου κατηγορία. Καταρχήν να ξεκινήσω σημειώνοντας ότι στο πρώτο δικαστήριο είχε ισχυριστεί επί λέξη ότι η κανονική ζωή κάποιου και οι κοινωνικές του σχέσεις μπορεί να είναι προκάλυμμα για το οτιδήποτε. Μια δήλωση που δείχνει με τον πιο ξεκάθαρο τρόπο πως αντιλαμβάνονται αυτές οι υπηρεσίες τον οποιοδήποτε εμπλέκουν σε μια υπόθεση, δηλαδή τον θεωρούν εκ τον
προτέρων ένοχο και πάνω σε αυτή τη βάση γίνεται η ερμηνεία της συμπεριφοράς, των κινήσεων και των σχέσεών του.
Στο διαβιβαστικό που στέλνει η αντιτρομοκρατική στον ανακριτή αλλά και σε όλες του τις καταθέσεις ο Παπαθανασακης προσπαθεί μετά μανίας να ρίξει ένα πέπλο συνωμοτικότητας στις απλές, καθημερινές κινήσεις ανθρώπων. Μια προσπάθεια απαραίτητη ώστε να στηθεί το προφίλ του τρομοκράτη για τους εμπλεκόμενους. Με τον ίδιο ακριβώς τρόπο προσπαθεί να περιγράψει και την παρουσία μου στο τότε γειτονικό σπίτι του φίλου και συντρόφου Βαγγέλη το προηγούμενο βράδυ από τη σύλληψή μου. Ο ίδιος ο Παπαθανασάκης ομολογεί ότι τότε είναι η πρώτη φορά που με βλέπει, ή πιο σωστά ισχυρίζονται ότι με βλέπουν οι υφιστάμενοί του και του τα μεταφέρουν.
Ειδικότερα, σε οτι αφορά το τηλέφωνο που τελειώνει σε -099 που με εντελώς αυθαίρετο τρόπο μου αποδίδεται, είμαι κατηγορηματικός ότι σε καμιά περίπτωση δεν είναι δικό μου. Αυτό το τηλέφωνο ήταν η μοναδική αναφορά του Παπαθανασακη εναντίον μου στη μαρτυρική του κατάθεση στην εδώ διαδικασία. Να αποσαφηνίσω λοιπόν κάποια πράγματα, που προσποιούνταν ότι δεν θυμάται. Καταρχήν το συγκεκριμένο τηλέφωνο δεν έχει βρεθεί σε καμία από τις κατ’ οίκον έρευνες που με αφορούν, δηλαδή στο σπίτι μου στην Νέα Φιλαδέλφεια και στο πατρικό μου στο Μαρκόπουλο, ούτε και σε καμία έρευνα γενικότερα. Δεν βρέθηκε στην σωματική μου έρευνα, δεν βρέθηκε ούτε στην μηχανή μου που κατασχέθηκε . Επίσης δεν βρέθηκε σε κανένα από τα σημεία που προανέφερα οτιδήποτε που να συνδέεται με αυτό το κινητό ούτε ως συσκευή ούτε ως σύνδεση. Αντιθέτως, βρέθηκαν και κατασχέθηκαν σπίτι μου συσκευές κινητών τηλεφώνων και κάρτες κινητής τηλεφωνίας τα οποία, δυστυχώς για την αντιτρομοκρατική, αν και ερευνήθηκαν ενδελεχώς δεν έχουν καμία απολύτως σχέση με την υπόθεση.
Σε οτι αφορά τις έρευνες για τα κινητά τηλέφωνα και τα αποτελέσματα που έχουν προκύψει από αυτές υπάρχει ένα και μοναδικό σχετικό έγγραφο στην δικογραφία, το διαβιβαστικό της αντιτρομοκρατικής που συντάσσεται στις 12-04. Εκεί αναφέρονται αναλυτικά όλες οι άρσεις απορρήτου κινητών και τηλεκαρτών και τα αποτελέσματα που προέκυψαν για τις μεταξύ τους επικοινωνίες. Στο συγκεκριμένο διαβιβαστικό δεν υπάρχει καμία αναφορά στο 099, πόσο μάλλον να υπάρχει σύνδεση του συγκεκριμένου αριθμού με κάποιο κάτοχο και ειδικότερα με μένα. Την ίδια μέρα στις 12-04 δίνει και ο Παπαθανασακης την πρώτη του ανακριτική κατάθεση. Σε αυτήν αναφέρει μεν την ύπαρξη του -099, δεν το αποδίδει σε κανέναν δε, κι ενώ τα πρόσωπα των συλληφθέντων του είναι ήδη γνωστά.
Αυτό που επικαλείται η αντιτρομοκρατική τέσσερις μήνες μετά τις συλλήψεις για να μου αποδώσει τον εν λόγω αριθμό είναι οτι βρέθηκε σημειωμένος στο φύλλο μιας ατζέντας δίπλα στην ένδειξη“χρ” ή “χρι”, ανάλογα πώς βολεύει τον καθένα να το διαβάσει. Ο σύντροφος Σταθοπουλος έχει πολλές φορές ξεκαθαρίσει ότι είχε πάνω του ολόκληρη ατζέντα. Βέβαια, ο Παπαθανασακης δεν θυμόταν αν ήταν ατζέντα ή μόνο ένα φύλλο χαρτί. Και γενικά είχε μεγάλο πρόβλημα με το μνήμη του απέναντι στις ερωτήσεις που του γίνανε είτε από την έδρα, είτε από μένα, είτε από τους συνηγόρους υπεράσπισης. Το μόνο που θυμότανε ήταν οτι με κάποιο μαγικό τρόπο αυτό το τηλέφωνο μου ανήκει. Με βάση λοιπόν το χρ ή χρι “εκλάβαμε”, όπως χαρακτηριστικά είπε αναφερόμενος στην υπηρεσία του, οτι ανήκει στο Χριστόφορο . Το εκλαμβάνω όμως σημαίνει πώς αντιλαμβάνομαι κάτι, τι θεωρώ γι’ αυτό, πώς το ερμηνεύω. Άρα μιλάμε για υποκειμενισμό, ερμηνεία και σε καμία περίπτωση για αντικειμενική αλήθεια (αν μπορεί να μιλήσει κανείς για τέτοια σε αυτές τις υποθέσεις). Επειδή λοιπόν σε ό,τι έρευνες γίνανε σχετικά με τα τηλέφωνα δεν υπήρξε το οτιδήποτε που να υποδεικνύει οτι το -099 μου ανήκει, πάει ο Παπαθανασακης 4 μήνες μετά τη σύλληψή μου και δίνει κατάθεση στον ειδικό εφέτη ανακριτή. Εκεί επαναλαμβάνει τα ίδια ακριβώς που περιλαμβάνονται στην αρχική του κατάθεση στις 12-04 και στο διαβιβαστικό για τα τηλέφωνα. Το μόνο καινούργιο που λέει και είναι ο λόγος που στην πραγματικότητα ξανακαταθέτει, είναι το εξής: «το τηλέφωνο αυτό τέθηκε σε επισύνδεση και on line εντοπισμό, την εν λόγω σύνδεση τη χρησιμοποιούσε άνδρας ηλικίας έως 30 ετών, που όπως αποδείχτηκε εκ των υστέρων επρόκειτο για τον κατηγορούμενο Χριστόφορο Κορτέση. Σημειώνεται ότι το τηλέφωνο αυτό, βρέθηκε σε αυτό το χαρτάκι με την ένδειξη χρ, που παραπέμπει προφανώς στον Χριστόφορο Κορτέση».
Ας δούμε βήμα προς βήμα τι συμπεράσματα μπορούμε να βγάλουμε απο αυτα που λεει στο συγκεκριμένο κομμάτι. “το τηλέφωνο αυτό τέθηκε σε επισύνδεση και on line εντοπισμό”, το διαβιβαστικό που αφορά την έρευνα για τις επισυνδέσεις και τους on line εντοπισμούς δεν έχει καμία αναφορά άρα και κανένα αποτέλεσμα για το -099. Προσωπικά δεν έχω καταφέρει να βρω στη δικογραφία ούτε καν την εισαγγελική παραγγελία άρσης απορρήτου του εν λόγω αριθμού. “την εν λόγω σύνδεση τη χρησιμοποιούσε άνδρας ηλικίας έως 30 ετών”, δεν αναφέρεται πουθενά ότι έχουν δει τον χρήστη της συγκεκριμένης σύνδεσης σε φυσική παρακολούθηση, ούτε ο Παπαθανασάκης έχει υποστηρίξει ποτέ κάτι τέτοιο το αντίθετο μάλιστα, οπότε είναι αδύνατο να οδηγηθούν σε τόσο συγκεκριμένο συμπέρασμα για την ηλικία. “όπως αποδείχτηκε εκ των υστέρων” η απόδειξη λοιπόν έρχεται μετά από όσα προανέφερα και αφορά αποκλειστικά και μόνο το χαρτάκι, το οποίο όταν έδωσε την πρώτη του κατάθεση στις 12-04 το είχαν ήδη στην κατοχή τους, αφού οι συλλήψεις και οι σωματικές έρευνες είχαν γίνει 2 μέρες πριν, και δεν μου το απέδωσαν. Στο συγκεκριμένο χαρτάκι υπάρχει και ένα τηλέφωνο με την ένδειξη κ δίπλα. Με την ίδια λογική πάντως αν το χρι- παραπέμπει σε Χριστόφορο, το κ- παραπέμπει σε Κορτεση. Το πρόβλημα είναι ότι αυτό δεν εξυπηρετεί καθόλου το αφήγημα της αντιτρομοκρατικής, μιας και ο αριθμός αυτός δεν συνομιλεί με τα τηλέφωνα της υπόθεσης.
Και κάτι τελευταίο, αλλά εξαιρετικά σημαντικό, για το οποίο ο εν λόγω μάρτυρας δεν είχε τίποτα να πει στην πρωτόδικη κατάθεσή του. Αν κοιτάξει κανείς τα αναλυτικά έγγραφα από τις εταιρείες κινητής τηλεφωνίας θα διαπιστώσει οτι το -099 συνεχίζει να λειτουργεί αρκετές ώρες μετά από τη σύλληψή μου, τουλάχιστον μέχρι την ώρα που δίνονται στοιχεία από τις εταιρείες. Είναι ενάντια στην κοινή λογική, ένα “επιλήψιμο” κατά την αφήγηση της αντιτρομοκρατική, τηλέφωνο να βρίσκεται εν λειτουργία και μετά το κύμα των συλλήψεων του Απρίλη του ‘10.
Η υποκειμενική αντίληψη και ερμηνεία είναι κυρίαρχες και σε οτι αφορά τα αποτελέσματα για το dna από τα εγκληματολογικά εργαστήρια της ελ.ας. Ως αναπόσπαστο κομμάτι του κατασταλτικού σχεδιασμού που προανέφερα, ενισχυμένο με τη φαινομενική παντοδυναμία της επιστήμης έρχεται το dna. Η ιεροποίηση της μεθόδου απόδειξης του dna, η εξύψωση του ως αλάθητο, έρχεται να μπαλώσει οποιαδήποτε προηγούμενη ασάφεια ή αδυναμία άλλων μεθόδων των κατασταλτικών σχεδιασμών. Ό,τι δεν μπορούν να δουν οι υπάλληλοι της αντιτρομοκρατικής στις παρακολουθήσεις γιατί απλά δεν υπάρχει, ό,τι δεν μπορεί να ακούσει ο υπερκοριός τους γιατί απλά δεν έχει λεχθεί, έρχεται να παρουσιαστεί ως υπαρκτό μέσω του dna, ώστε να “δέσουν” την εκάστοτε πολιτική δίωξη.
Σε οτι αφορά την δικιά μας υπόθεση, στο πρώτο δικαστήριο ακούστηκαν πολλά πράγματα σε σχέση με το DNA, και από τον Καθάριο που κατέθεσε κι εδώ, και από την βιολόγο δρ. Άρτεμις Ρούμπου, μάρτυρα υπεράσπισής μου στο πρωτόδικο που παρουσίασε σχετική έκθεση που είχε συντάξει με ακόμα δυο επιστήμονες σε σχέση με τα αποτελέσματα των ερευνών, όπως καταγράφηκαν από τις εκθέσεις πραγματογνωμοσύνης της αστυνομίας. Λόγω των επαγγελματικών υποχρεώσεων της ως βιολόγος σε πανεπιστήμιο της Γερμανίας απουσιάζει τα τελευταία χρόνια και δεν μπόρεσε να καταθέσει και σε αυτό το δικαστήριο. Δυστυχώς η αρχική της κατάθεσή -με δεδομένη και την δυσκολία του εν λόγω επιστημονικού πεδίου- δεν μπόρεσε να αποτυπωθεί ικανοποιητικά στα πρακτικά του πρώτου δικαστηρίου.
Πολύ γενικά να πω κάποια πράγματα καθώς δεν είμαι ειδικός επί του θέματος. Όπως περιέγραψε και ο ίδιος ο Καθάριος, ο τρόπος συλλογής των δειγμάτων έχει αυστηρές προδιαγραφές για να αποφεύγονται οι επιμολύνσεις. Στην παρούσα υπόθεση, οι σχετικές προδιαγραφές δεν τηρήθηκαν. Υπάρχουν φωτογραφίες πειστηρίων από τα οποία προήλθαν τα δείγματα που δείχνουν να αγγίζονται με τα ίδια γάντια μαυρισμένα από την σκόνη για τα αποτυπώματα, να τοποθετούνται όλα μαζί στο πάτωμα του χώρου που ερευνάται, κι έπειτα να αποθηκεύονται όλα μαζί χωρίς προστατευτικές συσκευασίες ώστε να μεταφερθούν στα εγκληματολογικά εργαστήρια για να συλλεχθεί το όποιο βιολογικό υλικό. Δεν είναι τυχαίο οτι από τα 12 νομίζω πλήρη και μεμονωμένα γενετικά προφίλ που υποτίθεται ότι ανευρίσκονται στις δεκάδες εκθέσεις εργαστηριακής πραγματογνωμοσύνης, τα 7 ανήκουν σε δικαιολογημένως θίξαντες, δηλαδή σε αστυνομικούς που τα επιμόλυναν με τον έναν ή τον άλλο τρόπο.
Ένα άλλο προβληματικό σημείο είναι το εξής: αναφέρεται ρητά στην τελευταία σελίδα κάθε έκθεσης, οτι για να μιλήσουμε για ταύτιση δύο δειγμάτων θα πρέπει αυτή να συμβαίνει και στους 15 τόπους (str) που εξετάζονται, κάτι που επανέλαβε και εδώ ο Καθάριος λέγοντας κατά λέξη οτι: αν δεν έχουν καταγραφει όλοι οι τόποι, είναι μη αξιοποιήσιμο το αποτέλεσμα και δεν καταγράφεται. Στην πραγματικότητα οι ίδιοι καταστρατηγούν τόσο τη γραπτή όσο και την προφορική τους δήλωση. Σε αρκετές περιπτώσεις πρώτον δεν υπάρχει πλήρης ταύτιση μεταξύ δύο δειγμάτων και εντούτοις διατυπώνουν συμπέρασμα-σύνδεση και το καταγράφουν (κυρίως σε ό,τι αφορά στα μίγματα) και δεύτερον κάνουν ταυτίσεις ακόμα κι αν δεν έχουν βρει και τους 15 τόπους str και στη συνέχεια επικαλούνται τη μαγική βοήθεια της στατιστικής.
Στην παρούσα υπόθεση κανείς από τους συντρόφους συγκατηγορούμενους δεν έχει δώσει γενετικό υλικό. Όμως, οι κατ’ εσάς πάντα αντικειμενικοί επιστήμονες των εγκληματολογικών εργαστηρίων κατ’ εντολή της αντιτρομοκρατικής, προσπαθούν να το κάνουν με έμμεσο τρόπο. Μια προσπάθεια που ναι μεν δημιουργεί εντυπώσεις, δεν έχει όμως καμία επιστημονική εγκυρότητα. Άλλωστε όπως και ο ίδιος ο Καθάριος παραδέχτηκε εδώ, “δεν μπορούμε να αποδώσουμε κανένα δείγμα σε κανέναν κατηγορούμενο”. Το γεγονός ότι ο εισαγγελέας στην πρώτη δίκη, χαρακτήρισε την έκθεση που έχω καταθέσει εντελώς υπερβολική και δεν την έλαβε υπόψη του, απλώς επιβεβαιώνει το ρόλο του.
Τα τελευταία χρόνια οι περισσότερες διώξεις συντρόφων έχουν βασιστεί στο DNA. Οι σύντροφοι Τάσος Θεοφίλου και Μπάμπης Τσιλιανίδης φυλακίστηκαν για 5 και 3,5 χρόνια αντίστοιχα με μοναδικό στοιχείο το dna και ευτυχώς απαλλάχτηκαν και οι δυο στα εφετεία τους. Όμως αυτά τα χρόνια δεν επιστρέφονται. Αντίστοιχες περιπτώσεις και οι φυλακίσεις με μοναδικό στοιχείο το dna του Σίμου Σεϊσίδη και του Άρη Σειρινίδη οι οποίοι απαλλάχτηκαν από τον πρώτο βαθμό. Οι αγωνιζόμενοι κάτοικοι στις Σκουριές που διώκονται με τον 187Α έχουν να αντιμετωπίσουν επίσης διώξεις βασιζόμενες στο DNA. Και στην υπόθεση της Ηριάνας που έχει πάρει αρκετή δημοσιότητα πήραν θέση με επιστολή τους 40 ερευνητές-βιολόγοι οι οποίοι αναφέρουν οτι είναι αντεπιστημονικό να ταυτίζεις 2 προφίλ όταν δεν ταυτοποιούνται και στους 15 τόπους str.
Πριν από περίπου 4 δεκαετίες, η κυριαρχία αρχίζει να εξοπλίζει την κατασταλτική της φαρέτρα με νέα όπλα. Κάπου εκεί η παντοδυναμία του dna έρχεται να συμπληρώσει της αδυναμίες του προηγούμενου αποδεικτικού υπερόπλου της, αυτές των δακτυλικών αποτυπωμάτων. Η πρώτη αστυνομία που κάνει επίσημα χρήση της μεθόδου στην εγκληματολογία είναι αυτή της Αγγλίας το ‘85 ενώ μετά από ένα χρόνο ακολουθεί η αμερικάνικη αστυνομία. Ήδη από τις αρχές του ‘80 υπήρχε πρόταση στην ευρωπαϊκή ένωση για σχηματισμό διακρατικής υπηρεσίας για την αντιμετώπιση της διασυνοριακής εγκληματικότητας. Κάτι που πραγματοποιήθηκε τα επόμενα χρόνια με το σχήμα που γνωρίζουμε σήμερα και το οποίο συνεχώς εξελίσσεται, μέσα από την συνεργασία των αστυνομικών αρχών, την δημιουργία κοινών βάσεων δεδομένων (όχι μόνο για το dna), την εισαγωγή των εγκληματολογικών επιστημών στο σύστημα ποινικής δικαιοσύνης, τα διακρατικά εντάλματα σύλληψης, την έκδοση κρατουμένων κ.ο.κ.
Η ιστορία έχει δείξει ότι για να εφαρμοστεί το οτιδήποτε χρειάζεται να εισαχθεί στην κοινωνική συνείδηση. Εδώ και δεκαετίες υπάρχει ταυτόχρονη προσπάθεια από τους μηχανισμούς προπαγάνδας να γίνει αυτό. Χαρακτηριστικό παράδειγμα η βιομηχανία του κινηματογράφου που μέσω εκατοντάδων αστυνομικών ταινιών και σειρών παρουσιάζουν το dna ως το μέσο εξιχνίασης όλων των υποθέσεων. Το έγκλημα μετατρέπεται, έτσι, σε έναν βιοχημικό γρίφο, που με μια απλή εργαστηριακή έρευνα μπορεί να επιλυθεί. Χωρίς κοινωνικές ή άλλες σημασίες, χωρίς π.χ. το ποιές και γιατί κοινωνικές ομάδες ή πρόσωπα στοχοποιούνται από την δήθεν αντιεγκληματική πολιτική των κρατών, πολιτικές που έχουν ξεκάθαρες ρατσιστικές και ταξικές καταβολές και κατευθύνσεις.
Η άρνησή μου να μετατρέψω σε αποδεικτικό μέσο το σώμα μου δίνοντας γενετικό υλικό, αποτυπώματα, φωτογραφίες, δείγμα γραφής και φωνής είναι μια ξεκάθαρη πολιτική θέση αντίστασης απέναντι στον εξαναγκασμό και στον έλεγχο, στις τράπεζες πληροφοριών και στις υπηρεσίες που τις διαχειρίζονται και όχι μια υπεκφυγή επειδή θέλω κάτι να κρύψω, η οποία εκλαμβάνεται από τη δικαιοσύνη ως ένδειξη ενοχής. Και αυτή η θέση φυσικά δεν είναι μόνο προσωπική επιλογή άλλα πολιτική θέση σχεδόν ολόκληρου του αναρχικού κινήματος. Η πλειονότητα των συντροφισσών και των συντρόφων αρνούνται να υποβληθούν σε αυτή τη διαδικασία ανεξάρτητα από την βαρύτητα των κατηγοριών, και για αυτή μας την επιλογή επιβαρυνόμαστε και με την κατηγορία της απείθειας.
Μπροστά στις δεκάδες αρνήσεις συντρόφων και συντροφισσών να δώσουν δείγμα dna και στην πολιτική επιχειρηματολογία που αναπτύσσουν, το κράτος απάντησε το 2011 δια του τοτε αντιεισαγγελέα του Άρειου Πάγου Αθανάσιου Κονταξη, ο οποίος γνωμοδότησε για την υποχρεωτική λήψη δια της βίας από υπόπτους ακόμα και για πλημμελήματα. Και κάπου εδώ είναι που οι «προσωπικές ελευθερίες», οι «προστασίες των ευαίσθητων προσωπικών δεδομένων» και άλλα θεμέλια της δημοκρατίας σας καταρρέουν όταν απειλείται η ηγεμονία της υπάρχουσας τάξης πραγμάτων.
Κλείνοντας τον σχολιασμό που αφορά κομμάτια της δικογραφίας άφησα για το τέλος την πρόταση του εισαγγελέα και την απόφαση του πρώτου δικαστηρίου που υιοθετούν το ίδιο σκεπτικό. Έχουν ενσωματώσει κατά λέξη τις ερμηνείες των αστυνομικών αρχών, ακόμα και σημεία που δεν στάθηκε καν ο Παπαθανασακης, γεγονός που φανερώνει με τον πιο απροκάλυπτο τρόπο την πολιτικότητα της δίωξής μας, όσο και αν ισχυριζόταν ο τότε εισαγγελέας της έδρας οτι δεν διωκόμαστε ούτε για τις ιδέες ούτε για τις αντιλήψεις μας. Σε ποια μη πολιτική δίωξη θα επικαλούνταν τα φύλλα εφημερίδων που βρέθηκαν σε ένα σπίτι ή κάποια βιβλία; Είναι ακριβώς το πολιτικό περιεχόμενο των παραπάνω που υποδεικνύει τη φύση της μεταξύ μας αντιπαράθεσης. Στο κομμάτι που έχει απόλυτο δίκιο ο εισαγγελέας είναι ότι ναι με αφορούν προσωπικά οι προκηρύξεις του Ε.Α, όπως με αφορούν και οι προκηρύξεις της Σεχτας επαναστατών και της Λαϊκής θέλησης γιατί είχα και εφημερίδες με προκηρύξεις αυτών των οργανώσεων, όπως με αφορούν προσωπικά όλες οι προκηρύξεις όλων των επαναστατικών οργανώσεων παγκοσμίως. Γιατί είναι ο πολιτικός λόγος, η πολιτική αιτιολόγηση που συνοδεύει μια ανατρεπτική πράξη, είναι αυτό που την ολοκληρώνει, της προσδίδει την πολιτικότητά της και άρα την εντάσσει στο στρατόπεδο των αγωνιζόμενων (άσχετα με πιθανές επιμέρους διαφωνίες πολιτικής ανάλυσης).
Επίσης έχει απόλυτο δίκιο στο οτι με “απασχολεί και με ενδιαφέρει” όπως χαρακτηριστικά είπε, ο ένοπλος αγώνας, καθώς τον θεωρώ αναπόσπαστο κομμάτι και μέσο πάλης των καταπιεσμένων και ουδέποτε ισχυρίστηκα το αντίθετο. Τα ίδια βιβλία και εφημερίδες δεν θα μπορούσαν να με συνδέσουν με οποιαδήποτε άλλη οργάνωση; Ναι φυσικά και θα μπορούσαν, γενικά και αόριστα. Μπορούν να με συνδέσουν συγκεκριμένα με τον Ε.Α; Όχι φυσικά και δεν μπορούν. Με τον ίδιο τρόπο προσπαθεί να παρουσιάσει ως ύποπτα αντικείμενα που βρέθηκαν στο σπίτι μου και να τα σχετίσει με την συγκεκριμένη υπόθεση. Από πού ακριβώς προκύπτει η σχέση ενός αλλοιωτή φωνής που κάνει φωνές ζώων και καρτούν με την συγκεκριμένη υπόθεση; Κανένας από τους τηλεφωνητές εφημερίδων δεν είπε οτι τα προειδοποιητικά τηλεφωνήματα ήταν με αλλοιωμένη φωνή πόσο μάλλον να συνομιλούν με παπαγάλους και μαϊμούδες. Από πού ακριβώς προκύπτει η χρήση στην συγκεκριμένη υπόθεση των 2 ανιχνευτών καμερών και των 8 ασυρμάτων, από τους οποίους άλλωστε κάποιοι ήταν για επαγγελματική χρήση και κάποιοι σε συσκευασία δώρου; Διευκρινιστικά, ο ένας εντοπιστής κάμερας, είναι εντοπιστής ηλεκτρικής τάσης και χρησιμεύει για να εντοπίζει κανείς καλώδια εσωτερικά των τοίχων, εργαλείο απαραίτητο σε κάθε ηλεκτρολόγο.
Όντως όμως είχα έναν εντοπιστή καμερών και κοριών και δυο ασυρμάτους που τους ήθελα για κινηματική χρήση. Σε διάφορες περιπτώσεις χρησιμοποιούμε ασυρμάτους όπως για παράδειγμα στις περιφρουρήσεις των πορειών μας. Επίσης χρησιμοποιούμε μέσα αυτοπροστασίας καθώς είμαστε ένας πολιτικός χώρος που βρίσκεται σε διαρκή παρακολούθηση από την ασφάλεια και την αντιτρομοκρατική. Όσο για την φιλική και συντροφική σχέση μου με τον Λάμπρο, δεν την αρνήθηκα από την πρώτη στιγμή της σύλληψής μου και κατά την διάρκεια της ανάκρισης, πολύ πριν μου απαγγελθούν κατηγορίες. Ήταν από τους πιο κοντινούς και πιο αγαπητούς μου συντρόφους, όποτε δεν αντιλαμβάνομαι που είναι το παράξενο να βρίσκονται αποτυπώματα του ενός στο σπίτι του άλλου σε βιβλία ή σε άλλα αντικείμενα. Για την δίκια σας βέβαια αντίληψη είναι και αυτό ύποπτο γι’ αυτό άλλωστε ο ειδικός εφέτης κάλεσε για ανάκριση πάνω από 50 συντρόφισσες και συντρόφους με αφορμή αποτυπώματα που βρέθηκαν κυρίως σε βιβλία και έντυπα. Ενώ σε μια άλλη υπόθεση για τη σ.π.φ., εκείνη του Χαλανδρίου όπως έχει επικρατήσει να λέγεται, οι αστυνομικές αρχές βάφτισαν “γιάφκα” ένα φοιτητικό σπίτι. Με αυτόν τον τρόπο συνέλαβαν όσες και όσους αναρχικούς -όχι άλλους- μπαινόβγαιναν σε αυτό. Η πλειονότητα καταδικάστηκε πρωτόδικα κι έμεινε χρόνια στη φυλακή.
Όπως είπα και στην αρχή και στη συνέχεια κατέδειξα διεξοδικά μέσα από τη δική μου περίπτωση, σε όλες τις πολίτικες διώξεις των τελευταίων χρόνων εμφανίζεται ένα πανομοιότυπο μοτίβο υποτιθέμενων ενοχοποιητικών ενδείξεων. Βιβλία και έντυπα, dna, συντροφικές επαφές και σχέσεις, εφημερίδες και διάφορα αντικείμενα που όμως τίποτα από αυτά δεν παραπέμπει σε καμία συγκεκριμένη υπόθεση και πάντα μία ή ένας αναρχικός, αποτελούν τη βασική και ικανή αφήγηση σε διάφορες δικογραφίες, αρκετές από τις οποίες πρωτόδικα καταλήγουν σε καταδίκες ή τουλάχιστον σε προφυλακίσεις.
Τα παραπάνω κομμάτια συνθέτουν αυτό που ονομάζεται αοριστία του κατηγορητηρίου, όχι τόσο σαν νομική ορολογία αλλά στην ουσία του. Πρόκειται δηλαδή για την πλήρη αδυναμία λογικής σύνδεσης υποτιθέμενων ενδείξεων ενοχής με συγκεκριμένο πρόσωπο και συγκεκριμένη κατηγορία. Αυτό το τεράστιο και ανυπέρβλητο κενό έρχονται κάθε φορά να καλύψουν καλοθελητές δικαστές εκμεταλλευόμενοι την ευχέρεια που τους παρέχει ο αντιτρομοκρατικός νόμος, μέσω της ασάφειας και της αοριστίας των εννοιών του. Ακόμα όμως κι αν το κράτος-νομοθέτης ήταν απολύτως ξεκάθαρο στις διατυπώσεις, αυτό δεν θα άλλαζε την ουσία του νόμου, που δεν είναι άλλη από αυτή του στυλοβάτη της κατασταλτικής επίθεσης ενάντια σε όσους αντιστέκονται και σε όσους το σύστημα πετάει στο περιθώριο κάθε φορά.
Γιατί η δικαιοσύνη δεν είναι καθόλου τυφλή όπως βολεύει το καθεστώς να διατείνεται προκειμένου να αποποιείται των ευθυνών του αλλά κι εκείνη των δικών της. Η δικαιοσύνη, δηλαδή οι νόμοι, οι διατάξεις, τα άρθρα του συντάγματος, το ποινικό και αστικό δίκαιο αντανακλούν τους εκάστοτε κοινωνικούς και πολιτικούς συσχετισμούς. Κυρίως, όμως, επιβεβαιώνουν και διαφυλάττουν τις κυρίαρχες αξίες κράτους και κεφαλαίου σε βάρος των καταπιεσμένων. Είναι αυτό που εξαιτίας και της συγκυρίας έχει αρχίσει να ξανακούγεται, ότι δηλαδή η δικαιοσύνη είναι ταξική. Γι’ αυτό και ως ένας από τους βασικούς πυλώνες στήριξης και αναπαραγωγής της εξουσίας ανήκει στον σκληρό πυρήνα του κράτους που πασχίζει για τη διατήρηση του υπάρχοντος συστήματος, ανεξάρτητα από τον κόμμα που βρίσκεται στη διακυβέρνηση κάθε φορά.
Εδώ να κάνω μια απαραίτητη σημείωση. Οι κοινωνικές αντιστάσεις κάθε φορά είναι εκείνες που παίζουν καθοριστικό ρόλο στο αν τελικά θα εφαρμοστούν τα χειρότερα στις πλάτες των εκμεταλλευομένων. Μόνο αυτές μπορούν να βάλουν ανάχωμα και κάποιες φορές να ανατρέψουν τους συσχετισμούς, προς την κατεύθυνση της συνολικής ανατροπής του καθεστώτος. Χαρακτηριστικά παραδείγματα η υπόθεση του αναρχικού Κώστα Σακκά, όπου το κίνημα αλληλεγγύης φρέναρε στο και πέντε τη δικαστική ασυδοσία με τις επαναλαμβανόμενες προφυλακίσεις και οι δυναμικές αντιστάσεις των κατοίκων της Κερατέας ενάντια στη δημιουργία ΧΥΤΑ στην περιοχή τους.
Ο αντιτρομοκρατικός νόμος με τον οποίο διωκόμαστε σήμερα δεν αποτελεί παρθενογένεση για την ελληνική πραγματικότητα αλλά την ιστορική συνέχεια και εξέλιξη παλαιότερων νόμων. Χαρακτηριστικά παραδείγματα είναι ο 4229 του ‘24 “Περί των μέτρων ασφαλείας του κοινωνικού καθεστώτος και προστασίας των ελευθεριών των πολιτών” γνωστός ως το “ιδιώνυμο” του Βενιζέλου που στόχος του ήταν η ποινικοποίηση των ανατρεπτικών ιδεών, ο 375 του ‘36 “περί κατασκοπείας ” που τιμωρούσε τις εγκληματικές ενέργειες που απειλούσαν την εξωτερική ασφάλεια της χώρας, ο νόμος 509 του ‘47 που έθετε εκτός νόμου το ΕΑΜ, το ΚΚΕ, την Εθνική αλληλεγγύη και κάθε άλλη οργάνωση/σχηματισμό που “ήταν αναμεμειγμένο στην κατά της ακεραιότητας της χώρας προδοτικήν ανταρσία” κ.ά. Οι αντιτρομοκρατικές διατάξεις και νόμοι συνεχίστηκαν μεταπολιτευτικά από όλες τις εγχώριες κυβερνήσεις (π.χ. 1978 και 1990) φτάνοντας στο 2001 που ψηφίστηκε ο 2829.
Ειδικότερα, ο συγκεκριμένος νόμος ψηφίστηκε επί ΠΑΣΟΚ και ενσωμάτωσε στην εγχώρια νομοθεσία την ευρωπαϊκή σύμβαση του Παλέρμο για το οργανωμένο έγκλημα. Όμως, ο 2829 προκειμένου ακριβώς να μετατραπεί σε αντιτρομοκρατικό νόμο, απάλειψε από τις διατάξεις του το κριτήριο της επιδίωξης του οικονομικού οφέλους επικυρώνοντας και με αυτόν τον τρόπο την άκρως πολιτική του διάσταση. Αποδεχόμενος, δηλαδή, ότι οι “δράστες” δεν έχουν ίδιον όφελος.
Στη συνέχεια ψηφίζεται το 2004 ο επόμενος αντιτρομοκρατικός, ενσωμάτωση και αυτός της απόφασης – πλαίσιο του συμβουλίου της Ευρώπης το 2002. Προκειμένου, όμως, να είναι ακόμα πιο πλήρης, αυτή τη φορά, υπάρχει η έννοια και του ατομικού τρομοκράτη. Επιπλέον το πλαίσιο απεύθυνσής του διευρύνεται, αποκαλύπτοντας τις πραγματικές προθέσεις του κράτους-νομοθέτη, που δεν είναι άλλες από τη διαρκή μεγέθυνση των πληθυσμών που μπορούν να βρεθούν στο στόχαστρό του. Δεν μιλάμε πλέον μόνο για καταπολέμηση της τρομοκρατίας αλλά για “καταπολέμηση του βίαιου ριζοσπαστισμού”, όπως ενδεικτικά αναφέρει.
Ο νόμος του 2004 δίνει και ορισμό για την τρομοκρατία ενώ όλοι οι υπόλοιποι το απέφευγαν για ευνοήτους λόγους. Ο ορισμός είναι άκρως πολιτικός. Στην περιγραφή των αξιόποινων πράξεων ενός “τρομοκράτη”, ο νομοθέτης τις καταγράφει ακριβώς ως πολιτικές επιδιώξεις. Η επικαιροποίηση του 2010, όντας πλέον εν μέσω της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης, αφαιρεί το εδάφιο που εξαιρούσε από τον προηγούμενο τρομονόμο το συνδικαλισμό και τους εργατικούς αγώνες. Βρισκόμαστε ένα βήμα πριν την ψήφιση του πρώτου μνημονίου, και λίγο μετά την υπαγωγή στο ΔΝΤ, γεγονότα που από τη μία ισοδυναμούν με επίθεση στα εργασιακά κεκτημένα και από την άλλη είναι πιθανό – όπως κι έγινε ως ένα βαθμό- να ξεσηκώσουν κοινωνικές αντιδράσεις.
Από το 2001 έως σήμερα παρατηρούμε, λοιπόν, την σταθερή διεύρυνση της δεξαμενής υπόπτων για τον αντιτρομοκρατικό νόμο σε όλο και μεγαλύτερα κομμάτια του κοινωνικού φάσματος. Έτσι που και η τρομοκρατική απειλή να εμφανίζεται μεγαλύτερη, αλλά πολύ περισσότερο να αυξάνονται οι πιθανοί ανθρώπινοι στόχοι ώστε να εμπεδώνεται ο φόβος και η κοινωνική πειθάρχηση μέσω αυτού. Η πληροφορία και μόνο -μέσω των καθεστωτικών ΜΜΕ φυσικά- της σύλληψης υπόπτων για “τρομοκρατία” αρκεί για τα παραπάνω. Το αν τελικά θα καταδικαστούν πρωτόδικα ή τελεσίδικα ή θα απαλλαγούν εντελώς όχι απλά δεν ενδιαφέρει, αλλά επί τούτου δεν προβάλλεται καν.
Η επίκληση της αιματοβαμμένη εθνικής ασφάλειας γίνεται το άλλοθι για τη δημιουργία πανοπτικών καθεστώτων ασφυξίας. Οι αντιτρομοκρατικές νομοθεσίες επιτίθενται διαρκώς στις βασικές αρχές συγκρότησης του Δικαίου σας στον δυτικό πολιτισμό. Είναι η πιο τρανταχτή απόδειξη ότι βρισκόμαστε στην εποχή του ποινικού δικαίου του εχθρού, όπως λέγεται στη γλώσσα σας. Του δικαίου, δηλαδή, που εμφανίζει το άτομο-εχθρό ως βασική απειλή για την συντεταγμένη πολιτεία απέναντι στην οποία (απειλή) πρέπει να θωρακιστεί. Η ύπαρξη τέτοιων νομοθεσιών προϋποθέτει αλλά και αποσπά την κοινωνική συναίνεση και σε αυτή τη διαδικασία η δικαστική εξουσία και τα μίντια παίζουν καθοριστικό ρόλο.
Βασική στόχευση τέτοιων νομοθετημάτων, είναι να παρουσιάσουν την αμφισβήτηση και πολύ περισσότερο την έμπρακτη αντίσταση στο πολιτικό και στο οικονομικό σύστημα όχι απλά ως αδύνατη και ουτοπική αλλά ως ανεπίτρεπτη και παράνομη. Στο στόχαστρο μπαίνουν οι ένοπλες αντιστάσεις στις μητροπόλεις, κάθε έκφανση της απελευθερωτικής βίας ενάντια στο σύγχρονα τυραννικά καθεστώτα, κάθε κίνηση αμφισβήτησης αλλά και ταυτόχρονα ολόκληρες πληθυσμιακές ομάδες που περισσεύουν, που πετιούνται από το άρμα του καπιταλισμού (όπως οι μετανάστες, οι ρομά, οι άστεγοι, οι οροθετικές, οι φτωχοί κ.ά.). Συγκροτείται έτσι η εικόνα του εσωτερικού εχθρού ενάντια στον οποίο όλη η κοινωνία πρέπει να είναι διαταξικά ενωμένη καθώς η συντριβή του παρουσιάζεται ως κοινό συμφέρον. Σε αυτό το πλαίσιο, βλέπουμε να αντιμετωπίζονται σε παγκόσμιο επίπεδο και με παρόμοιο τρόπο κοινωνικές ομάδες φαινομενικά ασύνδετες μεταξύ τους, όπως είναι οι φυλακισμένοι αγωνιστές στον ελλαδικό χώρο, οι εξεγερμένοι στα γαλλικά προάστια, οι μετανάστες και οι αγώνες τους στα τεράστια στρατόπεδα συγκέντρωσης σε όλη την Ευρώπη, οι κάτοικοι μιας περιοχής που αγωνίζονται για περιβαλλοντικούς λόγους (π.χ. σκουριές),η αφροαμερικανική κοινότητα στην Αμερική. Εκείνο που συνδέει όλους αυτούς εκτός από την πολιτικότητα των πράξεών τους είναι η αναγνώρισή τους από το καθεστώς ως τμήματα ή πρόσωπα που ανήκουν στις λεγόμενες επικίνδυνες τάξεις.
Οι αντιτρομοκρατικές νομοθεσίες εν γένει αποτελούν βασικούς πυλώνες στήριξης των καθεστώτων εξαίρεσης και έκτακτης ανάγκης. Μέσω αυτών των νομοθετημάτων, τα καθεστώτα δημιουργούν μαύρες τρύπες μέσα στις οποίες ρίχνουν κάθε φορά όποια πρόσωπα ή κοινωνικές ομάδες στοχοποιούν για κοινωνικούς ή/και πολιτικούς λόγους.
Κι ενώ συμβαίνει αυτό, ταυτόχρονα η κυριαρχία προσπαθεί να αποπολιτικοποιήσει τους εκάστοτε δρώντες, να τους παρουσιάσει ως κοινούς εγκληματίες που δρουν εις βάρος του κοινωνικού συνόλου. Η απονοηματοδότηση του κάθε αγώνα και των υποκειμένων του – για να επανέλθω στα παραπάνω κάνοντας την σύνδεση- κάνει ευκολότερη την απόσπαση της κοινωνικής συναίνεσης. Το πιο σημαντικό, όμως για μένα, είναι ότι επιχειρεί να διαγράψει την δυνατότητα αντίστασης από τα μυαλά των ανθρώπων. Την ίδια στιγμή προσπαθεί να αντιστρέψει την πραγματικότητα παρουσιάζοντας ότι η εκάστοτε άρχουσα τάξη, το κράτος και οι μηχανισμοί του δρουν για το καλό των ανθρώπων και ό,τι όλοι οι αγωνιζόμενοι είναι εχθροί τους.
Μια εικόνα, που ευτυχώς μέσα από τις κινήσεις και τους αγώνες του ευρύτερου ριζοσπαστικού κινήματος και του αναρχικού χώρου μέσα σε αυτό, δεν έχει καταφέρει να πείσει ακόμα για την αλήθεια της. Κι επειδή αυτό το γνωρίζει το καθεστώς, ο νομοθέτης έβγαλε από τις δικαστικές αίθουσες τους ενόρκους, τους εκπροσώπους δηλαδή της κοινωνίας. Άφησε μόνο τους επαγγελματίες δικαστές, τους εντεταλμένους δηλαδή να υπερασπίζονται την έννομη τάξη και τα κεκτημένα του εκάστοτε καθεστώτος (όλα τα καθεστώτα μοναρχικά, τυραννικά, θεοκρατικά, χουντικά, δημοκρατικά, έχουν δικαστήρια, τα οποία έχουν πάντα τον ίδιο ιστορικά ρόλο). Την ίδια στιγμή οι δίκες πραγματοποιούνται ως επι το πλείστον σε δικαστικές αίθουσες εντός των φυλακών, με την απαραίτητη επίδειξη ταυτοτήτων -φακέλωμα δηλαδή κατά την είσοδο οποιουδήποτε θέλει να παρακολουθήσει. Πέρα από τη σημειολογία του να βρίσκεται κανείς ήδη από το δίκη του μέσα στη φυλακή, τα παραπάνω αποτελούν κομμάτι της προσπάθειας τέτοιες διαδικασίες και κυρίως ο λόγος των κατηγορουμένων αλλά και οι αυθαιρεσίες δικαστών και αστυνομικών να μένουν όσο το δυνατό πιο μακριά από την κοινωνική ορατότητα. Και το ερώτημα παραμένει: γιατί εφόσον πρόκειται -όπως σταθερά λένε οι δικαστές- για πράξεις του κοινού ποινικού δικαίου αντιμετωπίζονται διαφορετικά από άλλες αντίστοιχες; Μα φυσικά επειδή με αυτόν τον παράδοξο τρόπο το καθεστώς στην ουσία παραδέχεται αυτό που μετά μανίας αρνείται, τον πολιτικό τους χαρακτήρα.
Δύο επιπλέον σημεία θα ήθελα να θίξω εδώ. Την αντικατάσταση την έννοιας του κατηγορουμένου από την έννοια του υπόπτου ήδη από το 2001 και ό,τι μετατοπίσεις σε επίπεδο Δικαίου αλλά και ποινικού αποτελέσματος αυτό συνεπάγεται. Επίσης το άρθρο 253Α περί ειδικών ανακριτικών πράξεων (παρακολουθήσεις, επισυνδέσεις, ρουφιάνοι, διείσδυση, δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα) είναι άλλη μια απόδειξη όχι απλής συνεργασίας αλλά ώθησης από την πλευρά της δικαστικής εξουσίας στην αστυνομική παρέμβαση να φτάσει και να υπερβεί τα όρια.
Στη συνέχεια θα ήθελα να αναφερθώ στην μοναδική κατηγορία με βάση την οποία βρίσκομαι σε αυτό το εφετείο – την υποτιθέμενη συμμετοχή μου στον Ε.Α.-, στον ορισμό περί “τρομοκρατίας”, στην αοριστία και την υποκειμενικότητα που χαρακτηρίζει και τα δύο, και στο ρόλο σας μέσα σε αυτό.
Καταρχήν να πω ότι η καταδίκη μου για υποτιθέμενη συμμετοχή και μόνο σε ένοπλη οργάνωση αποδεικνύει την μετατόπιση πλέον από την τιμωρία της πράξης στην τιμωρία της πρόθεσης, χωρίς φυσικά αυτό να σημαίνει ότι αποδέχομαι έστω κι έτσι την κατηγορία. Την ίδια στιγμή τα κριτήρια της καταδίκης μου για ένταξή στον Ε.Α. είναι τόσο αόριστα που επαφίονται στη κρίση και την ερμηνεία του κάθε δικαστή. Ειδικότερα σε ό,τι με αφορά ανέλυσα νομίζω διεξοδικά παραπάνω γιατί αντικείμενα και συντροφικές σχέσεις – “ενδείξεις” πασπαρτού δηλαδή- ερμηνεύτηκαν κατά το δοκούν ως αποδεικτικά στοιχεία ενοχής, ενώ σε αντίθεση τα οπλοστάσια σε σπίτια ακροδεξιών εκλαμβάνονται πάντα ως απλή οπλοκατοχή. Γεγονός που αποδεικνύει όχι μόνο την αυθαίρετη ερμηνεία αλλά και την πολιτική και ταξική τοποθέτηση της δικαιοσύνης. Εξαρχής πάντως έχω θίξει πολιτικά και νομικά το ζήτημα της αοριστίας του κατηγορητηρίου κι αυτό δεν αναιρείται από την πρωτόδικη απαλλαγή μου από όλες τις υπόλοιπες κατηγορίες. Αντίθετα, επιτείνει το παράλογο της καταδίκης μου. Προφανώς δεν θεωρώ την περίπτωσή μου διαφορετική από άλλες αντίστοιχες αγωνιστών. Από την ψήφιση των αντιτρομοκρατικών νόμων, και ιδιαίτερα εκείνον του 2004 και μετά, η αστυνομική και δικαστική φάμπρικα παραγωγής “τρομοκρατών” έχει αυξηθεί επικίνδυνα.
Στον συγκεκριμένο αντιτρομοκρατικό αναφέρεται, δίνοντας στην ουσία και τον σχετικό ορισμό, ότι όποιος τελεί ένα ή περισσότερα από μια σειρά αδικημάτων «με τρόπο ή σε έκταση ή υπό συνθήκες που είναι δυνατό να βλάψουν σοβαρά μια χώρα ή έναν διεθνή οργανισμό και με σκοπό να εκφοβίσει σοβαρά έναν πληθυσμό ή να εξαναγκάσει παρανόμως δημόσια αρχή ή διεθνή οργανισμό να εκτελέσει οποιαδήποτε πράξη ή να απόσχει από αυτήν ή να βλάψει σοβαρά ή να καταστρέψει τις θεμελιώδεις συνταγματικές, πολιτικές, οικονομικές δομές μιας χώρας ή ενός διεθνούς οργανισμού» τιμωρείται με τις επιβαρυντικές σχετικές διατάξεις. Η αοριστία ,το πλαίσιο-λάστιχο και τα περιθώρια ερμηνειών έτσι ώστε να είναι δυνατή η συμπερίληψη όσο το δυνατό περισσότερων υποκειμένων και κινήσεων είναι κάτι περισσότερο από εμφανής και εδώ. Δεν υπάρχει πουθενά και καμία περιγραφή τι είναι αυτό που εκφοβίζει έναν πληθυσμό για παράδειγμα ή με ποιο τρόπο κάποιος εξαναγκάζει μια δημόσια αρχή να κάνει κάτι. Κάθε πρόταση του παραπάνω ορισμού είναι μια “δημιουργική ασάφεια” που είναι και της μόδας, επίτηδες αφημένη στα χέρια του κάθε δικαστικού να την αποσαφηνίσει ανάλογα με την πολιτική και ταξική τοποθέτηση του κάθε κατηγορούμενου αλλά και τις κοινωνικοπολιτικές συγκυρίες.
Από την δική μου οπτική γωνία, εκείνη του αναρχικού και κομματιού των καταπιεσμένων, αυτό που διαβάζω σε αυτόν τον ορισμό είναι ο κατεξοχήν ρόλος του κράτους και του κεφαλαίου. Διότι τι άλλο εκτός από τα μνημόνια για παράδειγμα είναι δυνατό να εκφοβίσουν περισσότερο το σύνολο των ανθρώπων που ανήκουν στην κοινωνική πλειοψηφία και κατοικούν σε έναν συγκεκριμένο γεωγραφικό τόπο; Δεν μπορώ να ανακαλέσω ούτε μια ενέργεια απελευθερωτικής ένοπλης δράσης που να είχε στόχο να εκφοβίσει ή να πλήξει κάποιον άλλον εκτός από τους υπηρέτες της κυριαρχίας. Για παράδειγμα, ποιος φοβήθηκε από την ενέργεια του Ε.Α. ενάντια στο χρηματιστήριο ή εκείνη της σ.π.φ. στην εθνική ασφαλιστική ή ακόμα παλιότερα από τις βόμβες του Ε.Λ.Α στον ΣΕΒ και την ΓΣΕΕ και τις εκτελέσεις των βασανιστών της χούντας από την 17Ν. Η απάντηση είναι κανείς από την πλευρά των καταπιεσμένων, οι οποίοι όμως με τον έναν ή τον άλλο τρόπο αγωνιούν αν όχι φοβούνται την έλευση ενός νέου μνημονίου που θα τους πετσοκόβει ακόμη περισσότερο το μισθό και τη σύνταξη.
Η ένοπλη δράση αλλά και γενικότερα οι ριζοσπαστικές ενέργειες δεν είναι ποτέ τυφλές ενέργειες σε δημόσιους χώρους και δεν στοχεύουν στη δημιουργία κλίματος γενικευμένου φόβου στον πληθυσμό. Τέτοιες κινήσεις ανήκουν αποκλειστικά και μόνο στον κόσμο της εξουσίας είτε πρόκειται για τα κράτη, είτε για παρακρατικούς, είτε για φανατικούς θρησκειών. Ποιός βλάπτει σοβαρά μια χώρα με την έννοια του συνόλου των ανθρώπων που προανέφερα και όχι αυτή του έθνους-κράτους και τις δομές της υγείας και της παιδείας λόγου χάρη, όταν οι περικοπές αφήνουν τα νοσοκομεία χωρίς νοσηλευτικό προσωπικό και αναλώσιμα και τα σχολεία χωρίς δασκάλους και θέρμανση; Αλήθεια ποιά ένοπλη οργάνωση αντάρτικου πόλης φοβούνται όλοι αυτοί οι άνθρωποι που φεύγουν κατά εκατοντάδες από τον ελλαδικό χώρο για μια θέση εργασίας στη δυτική Ευρώπη; Ποιος άλλος αν όχι το υπουργείο ανάπτυξης άναψε το πράσινο φως στην eldorado gold στη Χαλκιδική, για να καταστρέψει το περιβάλλον της περιοχής; Μήπως εντέλει διεθνείς οργανισμοί σαν αυτούς του ΔΝΤ, του ΝΑΤΟ και των πολυεθνικών, είναι αυτοί που βλάπτουν και ξεριζώνουν ολόκληρους πληθυσμούς είτε με οικονομικούς είτε με στρατιωτικούς πολέμους; Σε όλα τα παραπάνω ερωτήματα, το δικαστικό σώμα απαντά ακριβώς το αντίθετο από το προφανές, από το λογικό, παίρνοντας έτσι ξεκάθαρη θέση στον κοινωνικό-ταξικό πόλεμο που διεξάγεται, με τον ίδιο ακριβώς τρόπο που έκρινε για παράδειγμα συνταγματικά τα μνημόνια, τις περικοπές συντάξεων, την κραυγαλέα παραγραφή φορολογικών υποθέσεων και τόσα άλλα.
Υπάρχει, όμως, μια φράση στον ορισμό του αντιτρομοκρατικού που την αποδέχομαι, όπως και όλοι οι αναρχικοί, αν και είναι ημιτελής. Η διατύπωση που λέει “να βλάψει σοβαρά ή να καταστρέψει τις θεμελιώδεις συνταγματικές, πολιτικές, οικονομικές δομές μιας χώρας ή ενός διεθνούς οργανισμού” περιγράφει κατά το ήμισυ, αυτό για το οποίο αγωνιζόμαστε και προσπαθεί εδώ και δυο αιώνες να πραγματώσει παγκόσμια ,το πολιτικό ρεύμα της αναρχίας. Το άλλο μισό είναι η κοινωνική απελευθέρωση μέσω της επανάστασης από τα δεσμά της εκμετάλλευσης και της καταπίεσης, είναι η δημιουργία της αταξικής κοινωνίας, με δομές οριζόντιες πια και όχι κάθετες, χωρίς διαμεσολαβήσεις, μακριά από την εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο, μακριά από κάθε είδους διαχωρισμό φυλής, φύλου, εθνότητας. Οι κρατικές εξουσίες και οι μηχανισμοί αναπαραγωγής τους, τα πάσης φύσεως αφεντικά και οι νόμοι που τους προστατεύουν ήταν πάντα, ο,τι μορφή ή κομματική απόχρωση και αν πήραν ιστορικά, η μπότα που πάταγε τον σβέρκο των καταπιεσμένων. Η προστασία της ιδιοκτησίας που αποτελεί βασικό πυλώνα του δικαίου σας, είναι για εμάς τους αναρχικούς η βάση των ανισοτήτων και της αναπαραγωγής των εκμεταλλευτικών σχέσεων.
Από την οπτική του κράτους τώρα, ολόκληρος ο ορισμός της τρομοκρατίας όπως διατυπώνεται στο νόμο, φαντάζει σαν φωτογραφική διάταξη ενάντια στην αντικαθεστωτική δράση από τη μία και στους περισσευούμενους πληθυσμούς από την άλλη. Με μια απαραίτητη διευκρίνηση, ότι μιλάμε για την αντικαθεστωτική απελευθερωτική δράση. Το γεγονός ότι η αντιτρομοκρατική νομοθεσία ολοένα και σκληραίνει -όπως φαίνεται και με τις τελευταίες εξελίξεις που περιέγραψα παραπάνω- προφανώς και δεν οφείλεται κυρίως στην έξαρση της ακροδεξιάς ή της θρησκευτικής βίας, όπως χρησιμοποιείται ως πρόφαση από την κυριαρχία. Μιλώντας, για παράδειγμα, για την ελληνική πραγματικότητα, μπροστά στις δεκάδες διώξεις συντρόφων-ισσών με τον αντιτρομοκρατικό νόμο, δεν θυμάμαι ούτε μία δίωξη φασίστα με την αντίστοιχη νομοθεσία ,χωρίς να εννοώ ότι επιζητώ κάτι τέτοιο αλλά το αναφέρω για να καταδείξω συγκεκριμένη στόχευση και ουσία.
Και μια δεύτερη διευκρίνιση επίσης απαραίτητη. Η φωτογραφική αυτή διάταξη επίτηδες είναι έτσι αόριστα γραμμένη, γιατί επιχειρεί να συμψηφίσει την απελευθερωτική βία των καταπιεσμένων με την κατασταλτική βία εξουσιαστικών μορφωμάτων όπως είναι οι ακροδεξιοί, οι φονταμενταλιστές κ.ά. Πρόκειται στην ουσία για τη σύγχρονη διατύπωση της θεωρίας των δύο άκρων. Τα αντιθετικά αίτια, οι στοχεύσεις και η προέλευση των δρώντων υποκειμένων αποκρύπτονται και αυτό που προβάλλεται είναι μια ισοπεδωτική εξίσωση με βάση τη βία. Το καθεστώς σκόπιμα εξισώνει τη βία ως μέσο στα χέρια των καταπιεσμένων,
προκειμένου να απαντούν στις επιθέσεις που δέχονται από την εξουσία αλλά και να της αντεπιτίθενται για να απελευθερωθούν από τα δεσμά της, με τη βία άλλων κομματιών που απλώς επιβουλεύονται την εξουσία και επιθυμούν την αναπαραγωγή της. Και φυσικά σε ό,τι αφορά τη βία φυσική ή έμμεση που ασκείται από την ίδια τη κυριαρχία, αυτή μένει πάντα στο απυρόβλητο, καθώς παρουσιάζεται ως αναγκαία ή ακόμα χειρότερα δεν παρουσιάζεται καν ως τέτοια . Η αιτία που το καθεστώς προβαίνει σε τέτοιου είδους συμψηφισμούς είναι η προσπάθειά του να αποσπάσει από τα χέρια των καταπιεσμένων και των αγωνιζόμενων ό,τι μέσο διαθέτουν για να αντιπαρατεθούν με το σύστημα ή με διάφορες εκφάνσεις του.
Από την πλευρά μας ως αναρχικοί κανένα φετίχ με τη βία δεν έχουμε, όπως σκόπιμα παρουσιάζεται ενορχηστρωμένα από όλο το συνταγματικό τόξο. Είμαστε, όμως, εκείνος ο πολιτικός χώρος που σταθερά αντιτίθεται στο κρατικό μονοπώλιο της βίας για τους λόγους που ήδη εξήγησα, στεκόμαστε ακέραιοι απέναντι στο κράτος και τα αφεντικά και δεν συνδιαλεγόμαστε μαζί τους όσο αυτό είναι εφικτό εντός του καπιταλισμού. Για μας σε μια απελευθερωμένη κοινωνία, οι κοινωνικές σχέσεις δεν θα διακατέχονται από τη βία, που σημαίνει επιβολή, αλλά από την ελεύθερη βούληση των ανθρώπων.
Σε αυτό το σημείο να πούμε ό,τι ουδέποτε στην ιστορία υπήρξε οποιαδήποτε εξέλιξη, οποιαδήποτε μετάβαση από τη μία κατάσταση στην άλλη χωρίς βία. Για τον απλούστατο λόγο ότι δεν υπάρχει κανένα καθεστώς που να εγκαταλείπει οικειοθελώς τα προνόμιά του. Το γεγονός ότι αυτή η αλήθεια συστηματικά αποκρύπτεται, εντάσσεται στην προσπάθεια αυτοπροστασίας και του σημερινού συστήματος.
Ως αναρχικοί χρησιμοποιούμε τη βία ως μέσο και δεν είναι για μας (αυτο)σκοπός. Μάλιστα δεν είναι ούτε το μόνο ούτε καν αυτό που χρησιμοποιούμε πιο συχνά, αντίθετα με ό,τι προβάλλεται για τους αναρχικούς, ότι δηλαδή είναι κάποιοι διαταραγμένοι, που βγαίνουν από το σκοτάδι τους μόνο για να κάψουν και να καταστρέψουν. Οι πολιτικές μας ομάδες, οι συνελεύσεις μας, τα στέκια και οι καταλήψεις μας, ο λόγος που παράγουμε και η πολιτική δουλειά σε όποια κοινωνική ομάδα κι αν βρίσκεται ο καθένας από εμάς (στην εργασία, τη σχολή, τη γειτονιά του) είναι τα βασικά πεδία άσκησης πολιτικής από την πλευρά μας, είναι το κύριο κομμάτι της καθημερινότητάς μας, είναι ο τρόπος που απευθυνόμαστε στην κοινωνία, είναι αυτά που συμπορεύονται με την επιλογή της κοινωνικής αντιβίας. Και παρά το γεγονός ότι η κοινωνική διείσδυση των αναρχικών προταγμάτων είναι σημαντική, ιδιαίτερα τα τελευταία χρόνια της κρίσης, οι βίαιες επιλογές μας είτε πρόκειται για τη συμμετοχή μας σε δημόσια γεγονότα είτε για δικές μας επιθετικές κινήσεις, είναι οι μοναδικές που παρουσιάζονται. Και μάλιστα αποκομμένες και απογυμνωμένες από τα πολιτικά τους περιεχόμενα, διαστρεβλωμένες ως σαμποταριστικές στην εξέλιξη διάφορων κινητοποιήσεων, ρητορική που δεν ανήκει μόνο στην εκάστοτε κυβέρνηση αλλά και στην πλειονότητα των αριστερών κομμάτων και οργανώσεων.
Οι δυναμικές απαντήσεις των αναρχικών στις επιθέσεις κράτους και αφεντικών στους καταπιεσμένους, υπήρξαν στα πιο νεανικά μου χρόνια μία από τις βασικές αν όχι η σημαντικότερη αιτία της αρχικής μου προσέγγισης με τον συγκεκριμένο πολιτικό χώρο. Είχε προηγηθεί όμως και φτάνει μέχρι σήμερα η εμπειρία της εργασίας, του αισθήματος της αδικίας που υπάρχει διάχυτο στους εργασιακούς χώρους και συμπυκνωμένο στους μισθούς. Την ίδια στιγμή, ιδιαίτερα σημαντικό ρόλο έπαιξε η συστηματική απαξίωση των ζωών κι η βία εναντίον χιλιάδων ανθρώπων που έβλεπα μπροστά στα μάτια μου. Τα Μεσόγεια ο τόπος όπου μεγάλωσα δέχτηκαν μεγάλο κομμάτι του πρώτου μεταναστευτικού ρεύματος από την Αλβανία. Οι εικόνες ανθρώπων να ζουν κάτω από άθλιες συνθήκες στα χωράφια και να περιμένουν ρακένδυτοι στους δρόμους για να τους πάρει κάποιος για δουλειά και οι ταπεινωτικές και χιτλερικής έμπνευσης επιχειρήσεις “σκούπα”, υπήρξαν καθοριστικές για μένα. Η προσέγγιση στην αναρχική θεώρηση καθόρισε τον τρόπο που αντιλαμβάνομαι την κοινωνική πραγματικότητα. Όπως είχα πει και στο πρώτο δικαστήριο “για μένα αναρχία είναι οι αξίες της, τα προτάγματα της όπως αυτά της ισότητας, της αλληλεγγύης, της αυτοοργάνωσης τα οποία διατρέχουν κάθε στιγμή της καθημερινότητάς μου είτε πρόκειται για τη συμμετοχή στις διαδικασίες του πολιτικού μου χώρου, είτε στην παρέμβασή μου στα κοινωνικά επίδικα και ακόμα περισσότερο στην ίδια μου τη ζωή. Για μένα αναρχία είναι ένας αγώνας ενάντια στην εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο, ενάντια στην λογική της εξατομίκευσης και της ιδιοτέλειας, ενάντια στη λογική του κέρδους του όποιους κέρδους οικονομικού ή άλλου το οποίο καθορίζει τις ανθρώπινες σχέσεις, για μένα αναρχία είναι ένα αγώνας ενάντια σε κάθε εξουσία”.
Γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο μετά τις πρώτες εκείνες ενστικτώδεις προσεγγίσεις, επέλεξα να βρεθώ στις συνελεύσεις συνδιαμόρφωσης των αναρχικών για μια πληθώρα ζητημάτων, γιατί εκεί είναι ο τόπος και ο τρόπος λήψης των αποφάσεών μας, αντιεραρχικά, οριζόντια, αδιαμεσολάβητα και όχι στα γραφεία κάποιου κόμματος με λίγους κι εκλεκτούς. Εδώ και κάποια χρόνια έχουμε φτιάξει μαζί με συντρόφους-ισσες μια αναρχική συλλογικότητα με τοπική δράση/αναφορά στην Κυψέλη και στου Γκύζη. Η ενασχόληση με τοπικά ζητήματα από αναρχική σκοπιά αλλά και με κεντρικά πολιτικά γεγονότα, η διάχυση του ανατρεπτικού λόγου και δράσης στις γειτονιές μας, η σύνδεσή μας με άλλα αγωνιζόμενα κομμάτια και η αναχαίτιση των φασιστών αποτελούν τα βασικά πεδία δραστηριοποίησής μας.
Στα είκοσι σχεδόν χρόνια που βρίσκομαι σε αυτόν τον χώρο έχω πορευτεί πλάι πλάι με εκατοντάδες (και σε κάποιες περιπτώσεις χιλιάδες) συντρόφους και συντρόφισσες επιλέγοντας να βρεθούμε σε όλες τις μικρές και μεγάλες στιγμές του ευρύτερου ριζοσπαστικού κινήματος. Με κάποιους από αυτούς, όπως είναι και οι δύο σύντροφοι που κατέθεσαν κι εδώ, είχα και έχω πολύ στενές συντροφικές και φιλικές σχέσεις. Ο Λάμπρος ήταν για μένα ένας από τους πιο κοντινούς αν όχι ο πιο κοντινός σύντροφος όλα αυτά τα χρόνια, όχι μόνο στις πολιτικές διαδικασίες αλλά και στην καθημερινή ζωή. Η σχέση μας και η τριβή σε πολιτικό και προσωπικό επίπεδο μου έδειξαν έναν σπάνιο άνθρωπο με ξεχωριστή συνέπεια λόγου και πράξης. Γιατί το ζήτημα δεν είναι μόνο να ευαγγελίζεται κανείς έναν καλύτερο κόσμο άλλα να προσπαθεί να ζει με αυτές τις αξίες στο σήμερα και ο Λάμπρος ήταν ένας από αυτούς τους ανθρώπους. Μαζί λοιπόν και μέχρι τη δολοφονία του βρεθήκαμε σε ούλους σχεδόν τους κοινωνικούς – ταξικούς αγώνες που έχουν δοθεί στα χρόνια που συμμετέχω στον αναρχικό χώρο. Θυμάμαι χαρακτηριστικά μέχρι και λίγες μέρες πριν τη δολοφονία του, να κουβεντιάζουμε μαζί με συντρόφους το κατέβασμά μας στο δρόμο για την γενική απεργία στις 12 Μαρτίου του ‘10. Η επίθεση σε εκείνη την απεργία μερίδας αναρχικών σε δυνάμεις των ΜΑΤ που είχαν προσεγγίσει ασφυκτικά την πορεία και ο τραυματισμός αρκετών εξ΄ αυτών ήταν η πρώτη αυθόρμητη κίνηση στη μνήμη του συντρόφου. Το πνεύμα της εξέγερσης που έφερε ο σύντροφος Λάμπρος, αν και δεν είναι κοντά μας σαν φυσική παρουσία, συνεχίζει να μας συντροφεύει σε κάθε στιγμή του αγώνα.
Αν και αναγνωρίζουμε τη μερικότητα αγώνων ως προς τα αιτήματά τους-όπως π.χ. μια γενική απεργία για μισθολογικά ζητήματα-, εμείς βρισκόμαστε συχνά σε αυτούς κι για δύο επιπρόσθετους λόγους. Πρώτον για να πάμε ένα βήμα παραπέρα την όποια διεκδίκηση προωθώντας με το λόγο και την παρουσία μας την συνολική ρήξη και σύγκρουση με το υπάρχον. Και δεύτερον για να εκφράσουμε την αλληλεγγύη μας σε διάφορα αγωνιζόμενα κοινωνικά κομμάτια. Θέση μας είναι οτι η αλληλεγγύη, είναι ένα από τα βασικά προτάγματα και αξίες της κοινωνίας που οραματιζόμαστε να δημιουργήσουμε και ως τέτοια πραγματώνεται από την πλευρά μας στο σήμερα κι όχι σαν ελεημοσύνη ή ανθρωπισμός. Δεν είναι λίγες οι φορές, όμως, που έχουμε δημιουργήσει οι ίδιοι γεγονότα θέτοντας ζητήματα στην κυριαρχία και σίγουρα έχουμε αφήσει το στίγμα μας στα διάφορα πεδία της καθημερινής ζωής, όπου βρίσκεται ο καθένας και η καθεμία από εμάς.
Παρακάτω θα αναφερθώ σε κάποιες από τις σημαντικότερες στιγμές αντίστασης των τελευταίων είκοσι χρόνων, που αγωνίζομαι μέσα από τις γραμμές του αναρχικού χώρου. Δεν θέλω απλά να απαριθμήσω γεγονότα, αλλά μέσα από αυτά, να αναδείξω τις πολιτικές επιλογές, τόσο τις δικές μου, όσο και ενός ολόκληρου πολιτικού χώρου να βρεθούμε στην πρώτη γραμμή των κοινωνικών-ταξικών κινητοποιήσεων. Χωρίς αυτός να σημαίνει ότι μιλάω εξ’ ονόματος κάποιου.
Οι μαθητικές κινητοποιήσεις του 98-99 για το νόμο Αρσένη, όπου μεγάλα κομμάτια της νεολαίας, μαθητές και φοιτητές αγωνίστηκαν με καταλήψεις και συγκρούσεις ενάντια στην αναδιάρθρωση της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, που επιχείρησε τότε το υπουργείο παιδείας. Στη συνέχεια βρεθήκαμε στο δρόμο στα αντιπολεμικά συλλαλητήρια εκείνων των χρόνων. Ξεκινώντας με τις διαδηλώσεις ενάντια στη νατοϊκή επέμβαση στη Σερβία και τη χρήση βομβών απεμπλουτισμένου ουρανίου και τις διαδηλώσεις ενάντια στην επίσκεψη του τότε πλανητάρχη Κλίντον, δηλώνοντας με συγκρουσιακή κατηγορηματικότητα οτι είναι ανεπιθύμητος. Και αργότερα, ενάντια στην “αντί”τρομοκρατική σταυροφορία, που εξαπέλυσαν οι μεγάλες δυτικές δυνάμεις προς το Αφγανιστάν και το Ιράκ, χρησιμοποιώντας το χτύπημα στους δίδυμους πύργους.
Εκείνα τα χρόνια επίσης, βρισκόταν στην ακμή του το κίνημα ενάντια στην παγκοσμιοποίηση. Επρόκειτο για αντικαπιταλιστικές κινητοποιήσεις ενάντια στις συνόδους των ισχυρών κρατών, οι αποφάσεις των οποίων, επιτάχυναν την καπιταλιστική λεηλασία στον πλανήτη. Οι σύνοδοι αυτές, και η μαχητική εναντίωση απέναντί τους, έδιναν τη δυνατότητα να μεταφέρουμε ένα μικρό κομμάτι του κλίματος της αντιπαράθεσης ,και στους δρόμους της Αθήνας. Έτσι, αντίστοιχα για κάθε ραντεβού των αφεντικών ανά τον κόσμο, εκτυλίσσονταν και κάποια γεγονότα, μικρότερης ή μεγαλύτερης κλίμακας στην Αθήνα.
Οι αναρχικοί κατάφεραν να εναντιωθούν και στο κλίμα φόβου και άκρατης τρομοϋστερίας, που ξέρναγαν καθημερινά τα ΜΜΕ και ακολούθησε τις συλλήψεις των κατηγορούμενων για την 17 Νοέμβρη. Αντιπαλέψαμε αυτό το κλίμα δηλώνοντας απερίφραστα οτι η κρατική τρομοκρατία δεν θα κάμψει τον κοινωνικό και ταξικό αγώνα, προσπαθώντας ταυτόχρονα να εμποδίσουμε την επιβολή των ειδικών συνθηκών κράτησης για τους πολιτικούς αντιπάλους του καθεστώτος.
Κομβική στιγμή για το αναρχικό κίνημα, για τον καθένα ή την καθεμία από εμάς αποτέλεσε η ανάληψη της προεδρίας της ευρωπαϊκής ένωσης από την κυβέρνηση της Ελλάδας το πρώτο εξάμηνο του 2003. Σε κάθε μικρότερη σύνοδο σε διάφορες πόλεις της χώρας βρεθήκαμε και διαδηλώσαμε ενάντια στις ευρωπαϊκές πολιτικές υποτίμησης και εξαθλίωσης των ζωών μας. Κομβική στιγμή σε αυτή τη διαδρομή ήταν η σύνοδος της 16ης Απρίλη στην Αθήνα, που σηματοδοτούσε τη διεύρυνση των μελών της ευρωπαϊκής ένωσης από 15 σε 25 και την επέκταση της καπιταλιστικής λεηλασίας προς τα ανατολικά σύνορα του ευρωπαϊκού σχηματισμού. Η κορυφαία στιγμή όμως αυτών των κινητοποιήσεων ήταν οι συγκεντρώσεις και οι συγκρούσεις, που έγιναν παράλληλα με την σύνοδο κορυφής των ηγετών της ΕΕ στην Θεσσαλονίκη τον Ιούνη του 2003. Εκεί το αναρχικό/αντιεξουσιαστικό μπλοκ αριθμώντας σχεδόν 5000 διαδηλωτές πορεύτηκε αυτόνομα στους δρόμους της Θεσσαλονίκης και συγκρούστηκε με τις κατασταλτικές δυνάμεις.
Τα επόμενα χρόνια μπορούμε να τα χαρακτηρίσουμε ως τα χρόνια της ψεύτικης ευημερίας της ελληνικής κοινωνίας, που κυριαρχεί ένα πνεύμα ατομισμού και ταυτόχρονης εμπιστοσύνης στις εθνικές αφηγήσεις όπως αυτή των ολυμπιακών αγώνων. Το κίνημά μας δεν θα προσφέρει “ανακωχή” στις προβαλλόμενες αυτές μεγάλες ιδέες, αλλά θα βρεθεί στην πρώτη γραμμή της αντίστασης απέναντι στις κυριαρχικές επιλογές. Για όλο το προηγούμενο διάστημα πριν την Ολυμπιάδα αλλά και κατά τη διάρκειά της, παρά την συνθήκη έκτακτης ανάγκης και την αστυνομοκρατία πραγματοποιήσαμε πολλές συγκεντρώσεις και διαδηλώσεις, μοιράζοντας υλικό, που αντιπληροφορούσε γύρω από την οικονομική καταστροφή, που θα έφερνε η Όλυμπιαδα καθώς και την πληθώρα σκανδάλων, που τη συνόδευε. Δεν σιωπήσαμε μπροστά στο κάλεσμα για εθνική συστράτευση για την πραγματοποίηση των αγώνων, θυμίζοντας διαρκώς τους νεκρούς εργάτες στα ολυμπιακά εργοτάξια για να είναι όλα έτοιμα σύμφωνα με το ασφυκτικό χρονοδιάγραμμα. Το τέλος των Ο.Α. ακολούθησε ένας πολύ μεγάλος αγώνας από την πλευρά μας με αντιπληροφόρηση και σαμποτάζ απέναντι στις κάμερες και τα σύγχρονα μέσα ελέγχου και επιτήρησης.
Για 2 σχεδόν χρόνια το 2006/7 οι σπουδαστές της 3βαθμιας εκπαίδευσης ήταν διαρκώς στο δρόμο και είχαν καταλάβει ΑΕΙ και ΤΕΙ αγωνιζόμενοι απέναντι στην εφαρμογή ενός νέου νόμου-πλαίσιο για την λειτουργία των ανώτερων και ανώτατων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων, καθώς και ενάντια στην ιδιωτικοποίησή τους με την κατάργηση του άρθρου 16 του συντάγματος. Οι αναρχικοί χωρίς να είναι απαραίτητα φοιτητές ή σπουδαστές ούτε εγώ ήμουν δείξαμε όλη αυτή την περίοδο την αλληλεγγύη μας, συμμετέχοντας στις περισσότερες κινητοποιήσεις και στο δίκαιο αυτό αγώνα.
Αποκορύφωμα υπήρξε η εξέγερση του Δεκέμβρη του 08 μετά τη δολοφονία του 15χρονου αναρχικού Αλ. Γρηγορόπουλου από αστυνομικό στα Εξάρχεια. Μιλάμε για τη μεγαλύτερη κοινωνική και ταξική εξέγερση των τελευταίων 30 χρόνων στα ευρωπαϊκά εδάφη. Το γεγονός ότι τις αμέσως επόμενες ώρες και μέρες ξέσπασαν συγκρούσεις σε κάθε γωνιά του τόπου είναι και αποτέλεσμα του ριζώματος του λόγου και των πρακτικών μας όλα τα προηγούμενα χρόνια, που περιέγραψα. Αυτές οι 20 μέρες που η εξουσία βρέθηκε με την πλάτη στον τοίχο και δεν θέλει με τίποτα να μείνουν ζωντανές, απελευθέρωσαν κοινωνικές δυναμικές ικανές να αμφισβητήσουν την παντοδυναμία της όχι μόνο στο επίπεδο της βίας αλλά και σε εκείνο της κοινωνικής οργάνωσης. Μαζί με εκατοντάδες συντρόφους-ισσες μετά τις πρώτες συγκρούσεις, αμέσως καταλάβαμε πανεπιστημιακούς χώρους προκειμένου να δημιουργήσουμε εστίες αγώνα και αντιπληροφόρησης αλλά και να συμβιώσουμε για όσο θα χρειαζόταν. Εγώ βρέθηκα περισσότερο στην κατάληψη της ΑΣΟΕΕ και στις εκεί πολιτικές διαδικασίες. Καταλήψεις πάντως δημοτικών και άλλων κτιρίων εκδηλώθηκαν σε διάφορα σημεία πανελλαδικά και φυσικά όχι μόνο από αναρχικούς.
Εκείνες οι μέρες προσπαθήσαμε όντως να είναι “εικόνα από το μέλλον” όπως εύστοχα έλεγε ένα σύνθημα της εποχής. Όχι μόνο για τις εκτεταμένες συγκρούσεις, αλλά και για την κοινή, αλληλέγγυα και αυτοοργανωμένη καθημερινότητά μας. Αυτό το διάστημα του Δεκέμβρη του 08 πολύς κόσμος ήρθε σε επαφή με το λόγο και τις πρακτικές μας και τις έκανε δικές του. Μετά το Δεκέμβρη σε κάθε γωνιά της χώρας υπάρχουν πολιτικές ομάδες, στέκια και καταλήψεις αναρχικών κι αντιεξουσιαστών.
Μια κοινωνική έκρηξη πάνω στο ξέσπασμα της παγκόσμιας συστημικής κρίσης και λίγο πριν την είσοδο της Ελλάδας στο ΔΝΤ και την έλευση όσων ζούμε σήμερα, όχι απλά δεν πέρασε έτσι για το καθεστώς αλλά σχεδίασε πάνω της μια ολόκληρη αντιεξεγερτική πολιτική, που δεν αφορούσε μόνο τους αναρχικούς -αν και είναι στο επίκεντρο – ούτε μόνο τη νεολαία και τα αγωνιζόμενα κοινωνικά κομμάτια. Βλέποντας τι προηγήθηκε αλλά κυρίως τι έπεται, πέταξαν στην κοινωνική αρένα τους μαχαιροβγάλτες της Χ.Α. πριμοδοτώντας με τον πιο επαίσχυντο τρόπο την εδραίωση και εξάπλωσή τους. Ταυτόχρονα, σχεδίασαν και υλοποίησαν μια ακόμα σκληρότερη κατασταλτική πολιτική, με νέες αστυνομικές δυνάμεις ένστολων δολοφόνων, την κατάλληλη μιντιακή διαχείριση συκοφάντησης όσων αγωνίζονται, αλλά και την σκλήρυνση του νομικού οπλοστασίου. Δεν είναι τυχαίο άλλωστε ότι το καθεστώς τον ονόμασε “μαύρο Δεκέμβρη” και ότι σχεδόν δέκα χρόνια μετά οι επέτειοι γίνονται σε πολεμικό κλίμα, χειρότερο από αυτό του Πολυτεχνείου, ακριβώς γιατί δεν μπόρεσε να αφομοιωθεί από καμία καθεστωτική δύναμη. Γιατί ήταν η πρώτη φορά στα χρόνια της μεταπολίτευσης που εκφράστηκε τόσο ξεκάθαρα η αμφισβήτηση στο ίδιο το πολιτικό σύστημα και όχι ένα μεμονωμένο αίτημα για μεταρρύθμισή του. Αυτός ήταν ο λόγος που οι συντεταγμένες πολιτικές δυνάμεις μίλησαν για “επαναστάτες χωρίς αιτία”.
Τα επόμενα χρόνια βρισκόμαστε βαθιά μέσα στο περιβάλλον της κρίσης και ο αναρχικός χώρος θα συμμετάσχει στα μεγάλα εργατικά συλλαλητήρια απέναντι στην ισοπέδωση των εργατικών δικαιωμάτων, τις απολύσεις και τη φτωχοποίηση, που προσπαθούν να μετακυλήσουν τα αφεντικά στους εργαζόμενους. Για να υλοποιηθούν οι κεντρικές αποφάσεις χρειάστηκε να εφαρμοστεί ένα καθεστώς έκτακτης ανάγκης, με νομοθεσία μέσω πράξεων νομοθετικού περιεχομένου, να επιστρατευτούν απεργοί και να προσπαθηθεί να φιμωθεί οποιοσδήποτε κοινωνικός αντίλογος. Σε αυτό το καθεστώς οι αναρχικοί δεν συναίνεσαν και προσπάθησαν να το σαμποτάρουν. Ταυτόχρονα το αναρχικό κίνημα θα αποτελέσει τον μοναδικό παράγοντα, που θα σταθεί στο δρόμο απέναντι στους φασίστες της ΧΑ και των υπόλοιπων ακροδεξιών παραφυάδων.
Η αντιεξεγερτική πολιτική της κυριαρχίας στόχευσε αρχικά στον πολιτικό μας χώρο, ως εκείνον που λειτουργεί πάντα – όπως και στο Δεκέμβρη- ως καταλύτης σε τέτοια γεγονότα. Είναι δεδομένο ότι σε αυτό το πλαίσιο, πρώτος στόχος υπήρξαν οι ένοπλες οργανώσεις αντάρτικου πόλης, οι οποίες αναβάθμισαν και πολλαπλασίασαν τη δράση τους. Ακολούθησαν οι δομές -στέκια και καταλήψεις- του αναρχικού χώρου, οι οποίες ξεφύτρωναν η μία μετά την άλλη σε ολόκληρη την επικράτεια, καθώς και οι ευθείες επιθέσεις με εισβολές σε σπίτια μεμονωμένων συντρόφων όλα αυτά τα χρόνια. Ο εκφοβισμός και η πειθάρχηση ευρύτερων τμημάτων της κοινωνίας είναι ο τρίτος παράλληλος στόχος αυτής της πολιτικής.
Μέσα σε αυτό το κλίμα γίνονται τον Απρίλιο του 2010 και οι συλλήψεις μας για τον Ε.Α. οι οποίες έπονται εκείνων του Σεπτεμβρίου του 09 για την σ.π.φ. Οι συγκεκριμένες συλλήψεις πέρα από τη βασική τους στόχευση, αυτή των ένοπλων οργανώσεων, επιχείρησαν να ποινικοποιήσουν τις συντροφικές -και στη συνέχεια και τις συγγενικές- σχέσεις εντός του αναρχικού χώρου, τις σχέσεις αλληλεγγύης και αλληλοβοήθειας που αξιακά υιοθετούν οι αναρχικοί.
Στη συνέχεια κάθε επόμενη σύλληψη αναβάθμιζε την κατασταλτική επίθεση. Χαρακτηριστικά παραδείγματα είναι κατηγορητήρια με μοναδικό στοιχείο το Dna, πισώπλατοι πυροβολισμοί, κατασκευή ψεύτικων γονέων (όπως στην περίπτωση της συντρόφισσας Φ.Μ.), άγνωστες τρομοκρατικές οργανώσεις χωρίς ενέργειες, συλληφθέντες που δεν γνωρίζονται καν μεταξύ τους, διπλές και τριπλές προφυλακίσεις, ασφυκτικοί περιοριστικοί όροι ακόμα και σε γονείς, φωτογραφίες και άλλα στοιχεία της προσωπικής ζωής αγωνιστών να παρελαύνουν στη μιντιακή πασαρέλα κ.ά.
Επανερχόμενος στον αντιτρομοκρατικό νόμο και για να συνδέσω το νήμα όλων όσων είπα παραπάνω, ο 187α παρέχει όλες αυτές τις δυνατότητες κι ακόμα περισσότερες. Μάλιστα δημιουργήθηκε για να επιτελέσει τέτοιους σκοπούς. Όπως ξεκάθαρα είχε δηλώσει ο τότε υπουργός δημ.τάξης Χρυσοχοϊδης σχετικά με τον στόχο των συλλήψεων που είναι “να αποσύρουμε όσους περισσότερους μπορούμε από την κυκλοφορία”. Και σε αυτό η αοριστία του αντιτρομοκρατικού νόμου και η προθυμία της δικαιοσύνης υπήρξαν καθοριστικοί παράγοντες.
Το κράτος έχει στα χέρια του μια πληθώρα κατασταλτικών μέσων και συνεχώς εμπλουτίζει τη φαρέτρα του. Ανάλογα με την κοινωνικοπολιτική και οικονομική συγκυρία, με την κυβερνητική απόχρωση και με το ποιους έχει απέναντί του, επιλέγει ποια από αυτά θα χρησιμοποιήσει. Τη σκληρή φυσική καταστολή των κυβερνήσεων ΝΔ ΠΑΣΟΚ τα προηγούμενα χρόνια, τα χρόνια των αντιμνημονιακών κινητοποιήσεων, ήρθε να αντικαταστήσει η ύπουλη κατασταλτική μέθοδος της αριστερής αφομοίωσης των αγώνων και της συνακόλουθης κινηματικής υποχώρησης. Η αλλαγή χρώματος στις κυβερνητικές καρέκλες δεν σημαίνει ότι το κράτος δεν έχει συνέχεια. Και η σημερινή κυβέρνηση όπως όλες, δυστυχώς σε αντίθεση με το ριζοσπαστικό κίνημα, προετοιμάζεται σε όλα τα επίπεδα νομικό, κατασταλτικό, ιδεολογικό, προκειμένου να αντιμετωπίσει τις όποιες κινήσεις των καταπιεσμένων και ταυτόχρονα δοκιμάζει τα κοινωνικά και κυρίως τα κινηματικά αντανακλαστικά.
Η προσθήκη που επιχειρήθηκε να γίνει στον τρομονόμο είναι αποκαλυπτική για τις προθέσεις της κυριαρχίας γενικότερα. Μιλάμε για την ευθεία πλέον ποινικοποίηση του φρονήματος και του λόγου ,με την πρόταση “όποιος δημόσια με οποιονδήποτε τρόπο προκαλεί η διεγείρει”. Στην ήδη ασαφή κατηγορία της ένταξης, που τιμωρεί στην ουσία την πρόθεση κάποιου, ο νομοθέτης πάει ένα βήμα παραπάνω και τιμωρεί αυτόν που ωθεί κάποιον να ενταχθεί κάπου για να τελέσει μια πράξη, αν ενταχθεί και αν την τελέσει δεν έχει καμία σημασία. Μιλάμε για την τιμωρία της δημόσιας έκφρασης γνώμης, που δεν θα μπορούσε να επιχειρηθεί και μάλιστα με τόσο λίγες αντιδράσεις παρά μόνο από μια αριστερή κυβέρνηση. Το ότι εντέλει το επίμαχο άρθρο πάρθηκε πίσω για επανεξέταση, δεν αναιρεί τις προθέσεις του καθεστώτος να το εφαρμόσει κάποια στιγμή. Εξίσου αποκαλυπτικό είναι το έγγραφο που εστάλη από το υπουργείο εσωτερικών προς δήμους και περιφέρειες της χώρας σε σχέση με την πρόληψη της ριζοσπαστικοποίησης των νέων μέσω του αθλητισμού μετά από σχετικές οδηγίες της Ε.Ε. Έχω ήδη αναφέρει παραπάνω, την καθόλου τυχαία διατύπωση περί “καταπολέμησης του βίαιου ριζοσπαστισμού” ήδη από το 2002 του συμβουλίου της Ευρώπης σε κείμενο που ενσωματώθηκε το 2004 ως ο β’ αντιτρομοκρατικός. Η έννοια τους ριζοσπαστισμού μένει επίσης ασαφής στο παρόν έγγραφο του υπουργείου εσωτερικών, αν και είναι περισσότερο από εμφανές τι ακριβώς εννοεί και ποιούς στοχοποιεί.
Όσα περιέγραψα σε πολιτικό και κατασταλτικό επίπεδο δεν είναι κάποια ελληνική πρωτοτυπία, αλλά αποτελούν ένα ακόμα κομμάτι της παγκόσμιας κίνησης της κυριαρχίας προς τον ολοκληρωτισμό. Βρισκόμαστε σε μια περίοδο που ο παγκόσμιος καπιταλισμός βρίσκεται σε μια από τις μεγαλύτερες κρίσεις του. Το μοντέλο του κράτους πρόνοιας που εφαρμόστηκε από το σύμπλεγμα κράτους-αφεντικών τις προηγούμενες δεκαετίες ως αποτέλεσμα των δυναμικών διεκδικήσεων των καταπιεσμένων τον 20ό αιώνα ανήκει πια στο παρελθόν καθώς δεν μπορεί να προσφέρει ένα καινούργιο συμβόλαιο κοινωνικής ειρήνης. Το κράτος ασφάλειας είναι εδώ για να επιβληθεί καθολικά. Για να επανακαθορίσει τις κοινωνικές σχέσεις και να εξασφαλίσει την συνέχιση του υπάρχοντος συστήματος εκμετάλλευσης μέσω του φόβου.
Για να επιβιώσει η κυριαρχία κάνει ό,τι περνάει από το χέρι της εις βάρος των καταπιεσμένων και όσων αντιστέκονται. Αφανίζει πληθυσμούς μέσω των γεωπολιτικών πολεμικών συρράξεων. Όσους επιβιώσουν από τους πολέμους και την μετανάστευση τους κλείνει σε στρατόπεδα συγκέντρωσης. Επαναφέρει την ακροδεξιά όχι μόνο σε επίπεδο πολιτικών σχηματισμών αλλά κυρίως διαχέει τη ρητορική της στην κοινωνία, με μίσος για το διαφορετικό και εξύψωση του έθνους. Γονατίζει την νεολαία με ψυχότροπες ουσίες. Εφαρμόζει καινούργιους τρομονόμους για να θάψει ζωντανούς όσους τολμούν να αντισταθούν. Χτίζει πανοπτικές φυλακές και αποπνικτικές μητροπόλεις. Θυσιάζει το περιβάλλον στο βωμό του κέρδους. Διαλύει τα κοινωνικά και εργασιακά κεκτημένα. Στρέφει τον έναν φτωχό εναντίον του άλλου. Υμνεί την πατριαρχία και υποδουλώνει τους ανθρώπους με τα πάσης φύσεως θρησκευτικά δόγματα. Απειλεί με αφανισμό ολόκληρους πληθυσμούς είτε μέσω της φτώχειας, των ασθενειών είτε μέσω των όπλων μαζικής καταστροφής. Αλλοτριώνει τις ανθρώπινες σχέσεις.
Έτσι επιβιώνει εδώ και αιώνες από την εκμετάλλευση, το αίμα και την παραπλάνηση των από τα κάτω. Και αυτό θα συνεχίσει να κάνει όσο οι καταπιεσμένοι δεν συνειδητοποιούν ότι για να απαλλαγούν από αυτήν θα πρέπει να αμφισβητήσουν καθολικά και να επιτεθούν σε κάθε μηχανισμό, σε κάθε λογική και πλέγμα σχέσεων που αυτή δομεί. Σε αυτή την κατεύθυνση κινούνται οι άγριες απεργίες, οι πολυήμερες εξεγέρσεις στις μητροπόλεις, η απαλλοτρίωση και κοινωνικοποίηση της γης, οι αυτοοργανωμένες και αντιεραρχικές δομές στις γειτονίες, η δημιουργία ακηδεμόνευτων εργατικών σωματείων και ομάδων, τα σαμποτάζ και οι επιθέσεις στην κυριαρχία που είναι ψηφίδες στο μωσαϊκό της κοινωνικής και ταξικής αντεπίθεσης. Μιας αντεπίθεσης που με όχημα τους αδιαμεσολάβητους, οριζόντιους, αντιεραρχικούς και αντιθεσμικούς αγώνες οφείλει να υψώσει οδοφράγματα στην επέλαση του σύγχρονου ολοκληρωτισμού. Μιας αντεπίθεσης που θέτει τις βάσεις για την ολοκληρωτική καταστροφή κράτους και κεφαλαίου, για την οικοδόμηση μιας κοινωνίας ελευθερίας, ισότητας και αλληλεγγύης, για την αναρχία.

 Πηγή: athens.indymedia.org